Ευρηµατικότητα και ευαισθησία, αισθησιασµός και πολυµορφία, ειλικρίνεια και καταλυτικό χιούµορ
χαρακτηριστικά του ανθρώπου και καλλιτέχνη Βασίλη Καρακατσάνη, που για όγδοη φορά παρουσιάζει τη
δουλειά του στην Κύπρο. Αφού, όπως ο ίδιος θα πει, το θεωρεί αυτονόητο όπως παρουσιάζει τη δουλειά στην
Αθήνα µετά να την παρουσιάσει στην Κύπρο. Την τελευταία του δουλειά, µε τον τίτλο «Πλατεία Βάθης», την
εκθέτει τώρα στην γκαλερί Αργώ στη Λευκωσία.
Παλιά σπίτια και αντικείµενα µε έντονα τα σηµάδια της φθοράς και φιγούρες που δείχνουν απόµακρες και
ξεκοµµένες από τον περίγυρο και τη βουή του κόσµου. Κι όπως γράφτηκε «ένα σκηνικό αλλόκοτο κι όµως τόσο
κοντινό, οικείο µα τόσο ξένο. Η ατµόσφαιρα δεν προσφέρεται για ροµαντικές αναπολήσεις και γραφικά
πισωγυρίσµατα».
Προσπαθώντας να βρει απαντήσεις σε πολλά αναπάντητα ερωτήµατα, αποφασίζει συνειδητά ν' αλλάξει το
ζωγραφικό του κώδικα, τολµώντας να οµολογήσει πως θέλησε να κάνει ένα νοικοκύρεµα όχι των γνώσεων,
ούτε του ταλέντου του και των δυνατοτήτων του, όλου αυτού του δρόµου που ακολουθούσε εδώ και είκοσι
χρόνια στη ζωγραφική. Ο οποίος, πέραν των θετικών, είδε σιγά-σιγά να εµπεριέχει και παγίδες κι αρνητικά
στοιχεία, συνειδητοποιώντας πως το όλο πράγµα άρχισε από ζωγραφική να γίνεται lifestyle κι εφόσον είχε τη
δυνατότητα να το σταµατήσει, το έκανε. Θέλησε να ξαναβρεί τα χρώµατά του, το λόγο ύπαρξης της πινελιάς,
την ανάγκη του να ζωγραφίσει απλά καθηµερινά πράγµατα. Μετά από τα «θεατρικά» πρόσωπα και αντικείµενα,
ρούχα και τσάντες, λουλούδια, σηµαίες, χαλιά και «πάρτι», συνέχεια όλα της εικαστικής του έρευνας, του καµβά
και του τελάρου.
Με τα παλιά του σπίτια, ξαναγυρίζοντας στην απλή ζωγραφική φόρµα αλλά επιµένοντας στις έντονες χρωµατικές
επιλογές. Κουβαλώντας τις συγκεκριµένες καταβολές κι επιρροές, άρα και τη συγκεκριµένη αισθητική, ξεκίνησε
έτσι απλά, όπως έχει την ικανότητα να τα παρουσιάζει όλα, από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και της
Βαρκελώνης. Παράλληλα, πήρε πτυχίο Σκηνογραφίας, την οποία θεωρεί ένα πολύ γλυκό πράγµα, βοηθώντας
τον να σκηνογραφεί τον καθηµερινό τρόπο ζωής. Σπούδασε και την τέχνη του βιβλίου και µε υποτροφία του
Συµβουλίου της Ευρώπης παρακολούθησε στη Βενετία συντήρηση αρχιτεκτονικών µνηµείων. Με πληθώρα
εκθέσεων ατοµικών κι οµαδικών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, το επόµενο βήµα είναι µια σειρά έργων που
λέγεται «Επιτοίχια». Φθαρµένοι, που µπορεί να αφορούν την Αθήνα, τη Στοκχόλµη, το Κάιρο ή την Λευκωσία.
Τοίχοι παράξενοι, µ' ένα χρωµατισµό πολύ ουδέτερο. Η χρωµατική ένταση υπάρχει όπως θα µας πει: «στην
αντιπαράθεση του τοίχου µε κάποιο αντικείµενο χρηστικό, κάποια κοµµάτια ξύλα κ.λπ.»
Τον Βασίλη Καρακατσάνη τον συναντήσαµε στην γκαλερί Αργώ και κουβεντιάσαµε µαζί του.
-Ποια η ανάγκη γι' αυτή την τελευταία σας δουλειά;
Αυτή η δουλειά ξεκίνησε πριν από τρία σχεδόν χρόνια, όταν κάποια στιγµή ένιωσα την ανάγκη να κλειστώ λίγο
περισσότερο στο εργαστήριό µου και να ξαναψάξω πράγµατα της αφετηρίας, αυτού που λέµε ζωγραφική.
-Αποτέλεσµα αναζήτησης καινούργιων ερωτηµάτων;
Ναι, ακριβώς. Όχι γιατί βρέθηκα σε αδιέξοδο, αλλά βρέθηκα σε αναπάντητα καινούργια ερωτήµατα µε τον
παλαιότερο τρόπο που αντιµετώπιζα τη ζωγραφική. Ερωτήµατα που είµαι σίγουρος ότι θα απαντηθούν µε το
χρόνο και θα καλύψουν πιθανές ανασφάλειες, που ένιωσα εκείνη την περίοδο και δεν µπορώ να σου κρύψω την
ανασφάλεια της ευκολίας που παρουσιαζόταν σε κάποια πράγµατα που έκανα. Βλέποντας τον ίδιο µου τον εαυτό
να μαστίζεται µε κάποιους κώδικες ζωγραφικούς, που ναι µεν εξυπηρετούσαν τ' όνοµα που είχα κάνει µέχρι
τότε, ένιωθα, ωστόσο, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Ένα είδος ανασυγκρότησης. ∆εν σηµαίνει ότι αναθεωρώ
τίποτα, ότι ανακάλυψα τίποτα διαφορετικό. Είναι συνέχεια της προηγούµενης µου εικαστικής έρευνας, το βλέπω
να υπάρχει µέσα στη θεµατολογία και στον τρόπο γραφής που υπάρχει σήµερα σ' αυτή τη δουλειά.
-Η θεµατολογία σηµατοδοτεί κάτι;
Η θεµατολογία είναι η αφορµή, δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι αφορµή για να µπορέσεις να βγάλεις κάποια
πράγµατα. Είναι ασυνείδητες λειτουργίες. Ζω σ' αυτή την περιοχή, στην Πλατεία Βάθης, όπως είναι κι ο τίτλος
της έκθεσης, σ' ένα σπίτι µε χαρακτήρα, του 1935, το οποίο όταν το πρωτοπήρα είχε αυτή τη µορφή. Σήµερα,
φυσικά, έχει εντελώς διαφορετική, αλλά καταγράφηκε στο µυαλό µου. Ζώντας, λοιπόν, σ' αυτή την περιοχή εκ
των πραγµάτων είδα τ' άλλα σπίτια, τους άλλους χώρους και τους είδα, όχι τόσο µπαίνοντας επισήµως στα
σπίτια αυτά, αλλά κρυφοκοιτάζοντας αστραπιαία µέσα από γρίλιες, από µισάνοιχτες πόρτες, από
µισοκατεστραµµένα, ακατοίκητα σπίτια, τα οποία το βράδυ τα κατοικούν «περιθωριακοί» τύποι. Όλη αυτή η
τριβή τα τελευταία δέκα χρόνια µου ξύπνησε αναµνήσεις όχι προσωπικές, γιατί δεν έχω µεγαλώσει σε τέτοιο
χώρο, δεν είχα τέτοια ερεθίσµατα, αλλά όλη την παλιά παράδοση, που έτσι κι αλλιώς την
κουβαλάµε όλοι. Έτσι ήταν κι είναι πολλές περιοχές της Αθήνας, κάτω από την Ακρόπολη, τα Πετράλωνα, του
Ψυρρή, το Θησείο, και τα βλέπουµε σ' όλες σχεδόν τις παλιές ελληνικές ταινίες. Όλα αυτά βγήκανε κάποια
στιγµή, όχι µε τη διάθεση να τα αναπαραστήσω, απόδειξη πως όλα όσα υπάρχουν στα έργα δεν υπάρχουν στην
πραγµατικότητα. Έφτιαξα τους δικούς µου χώρους, έτσι όπως θα ήθελα να είναι.
-Του Ψυρρή βέβαια, όπως και το Θησείο και άλλοι χώροι αναπτύσσονται, παίρνοντας µια
τελείως διαφορετική όψη. Πόσο σας ικανοποιεί αυτή η διαφοροποίηση, από χώροι κατοικίας να
µετατρέπονται σε χώρους διασκέδασης;
Με ικανοποιεί και µ' ευχαριστεί πάντα το να εξελίσσονται οι χώροι και τα κτήρια, φυσικά, περισσότερο απ' όλα
να εξελίσσονται οι άνθρωποι. Το ζητούµενο είναι, πώς εξελίσσονται; Τι σκοπούς εξυπηρετούν και ποιο λόγο
ύπαρξης έχει αυτού του είδους η εξέλιξη;
-Αυτή την εποχή παρουσιάζονται στην Αθήνα δύο σηµαντικές εκθέσεις Ισπανών ζωγράφων,
πώς θα µπορούσαµε να τοποθετήσουµε την ελληνική τέχνη απέναντι στην ισπανική;
Μου θέτεις ένα ερώτηµα, µε συγκεκριµένη χώρα µε την οποία έχω ειδική σχέση. Γιατί υπάρχει οικογενειακή
καταγωγή από την πλευρά του πατέρα µου, η γιαγιά µου ήταν Ισπανίδα από τη Βαρκελώνη. Έκανα
µεταπτυχιακά στη Βαρκελώνη. Συνεργάζοµαι µε γκαλερί της Ισπανίας, µιλάω τα ισπανικά. Ο ένας από τους
ζωγράφους που εκθέτει στην Εθνική Πινακοθήκη ήταν συµφοιτητής µου και πολύ καλός φίλος, ο Μιγκέλ
Μπαρθελό. Η Ισπανία, λοιπόν, κι οποιαδήποτε Ισπανία έχει δώσει δυνατότητες σε νέους ανθρώπους να
παρουσιάσουν ουσιαστικότερα τη δουλειά τους, όχι µόνο στο πλαίσιο τού το να κυνηγάς την γκαλερί και του να
κυνηγάς το δηµοσιογράφο, αλλά οι φορείς οι κρατικοί και οι εταιρείες οι ιδιωτικές έχουν αγκαλιάσει εδώ και
πάρα πολλά χρόνια τούς καλλιτέχνες και τη δουλειά τους. Αυτό που τώρα ξεκινάει στην Ελλάδα, µ' αποτέλεσµα
να έχουµε πλέον ανθρώπους της ηλικίας µου, στα 45 τους χρόνια που να έχουν παγκόσµια παρουσία. Κι
έχουµε κι εδώ πολύ καλές δουλειές, αλλά µόνοι µας κάνουµε ό,τι κάνουµε. Μια χώρα τολµά να να παρουσιάσει
το µεγαλύτερό της καλλιτέχνη, τον Πικάσο, βάζοντας δίπλα του ανθρώπους της νεότερης γενιάς που είναι
καταξιωµένοι στη χώρα τους. Όχι γιατί κυνηγούσαν απλώς µόνοι την καταξίωση αλλά γιατί βοηθηθήκανε από
τους φιλότεχνους και από τον κόσµο αυτό που λέγεται, κόσµος της τέχνης. ∆εν µπορούµε, λοιπόν, να
συγκρίνουµε µια χώρα, όπως την Ισπανία, µια χώρα µε παράδοση, που η Ελλάδα δεν την έχει. Είµαι
αισιόδοξος, βλέπουµε καλές δουλειές από νέους ανθρώπους, υπάρχουν φιλότεχνοι, υπάρχουν καλές προθέσεις,
δεν έχει οργανωθεί ακόµη όλο αυτό το υλικό.
-Πώς µπορεί να οργανωθεί;
Με σοβαρότερη αντιµετώπιση, δηλαδή σοβαρό λόγο ύπαρξης εκθέσεων, λόγο ύπαρξης εκδόσεων, ύπαρξης
γκαλερί. Στο τέλος-τέλος σοβαρότερο λόγο ύπαρξης των καλλιτεχνών, αυτό το ξεκαθάρισµα που η ίδια η
κοινωνία θα το κάνει. Θα τα φέρει η ζωή έτσι, γι' αυτό είµαι αισιόδοξος.
Οι καλές δουλειές δεν χάνονται ποτέ, κι αν τα παγκόσµια πράγµατα δεν εξελιχθούν καλά, θα τα
αντιµετωπίσουµε πάλι µε την τέχνη.