ΠΕΠΗ ΣΒΟΡΩΝΟΥ

Aνθολόγιο κριτικών κειμένων

Σάββας Kονταράτος
Κείμενο από τον κατάλογο έκθεσης της Πέπης Σβορώνου, Αίθουσα Τέχνης «Μέδουσα» 1989

Αρχικά, το προλογικό σημείωμα για την έκθεση τούτη είχε προσφερθεί να το γράψει ο φίλος Αλέξανδρος Ξύδης, κριτικός τέχνης που με περισσή οξυδέρκεια και ευαισθησία παρακολουθεί εδώ και πολλά χρόνια τα εικαστικά δρώμενα στον τόπο μας. Δυστυχώς, λόγοι σοβαροί και ανεξάρτητοι από τη θέλησή του τον εμπόδισαν να το κάμει. Αν δέχθηκα να τον υποκαταστήσω εγώ, ένας απλός «ερασιτέχνης», είναι όχι μόνο γιατί συμβαίνει με την Πέπη Σβορώνου-Κοκκινίδου να με συνδέει μια αμετάκλητη φιλία, αλλά και γιατί πιστεύω ειλικρινά στην αξιοσύνη της ως ζωγράφου.

Η Πέπη Σβορώνου-Κοκκινίδου παρουσιάζει για πρώτη φορά δουλειά της. Ωστόσο, δε θα μπορούσε να θεωρηθεί μια νέα ζωγράφος. Μαθήτρια του Μόραλη και του Παπαλουκά, αποφοίτησε από την ΑΣΚΤ το 1960 και επομένως ανήκει σε μια γενιά καλλιτεχνών με πολύχρονη ήδη παρουσία στο στίβο της εικαστικής δημιουργίας. Η αργοπορημένη δική της εμφάνιση απαιτεί μια εξήγηση. Και τούτο γιατί πολύ λίγοι γνωρίζουν ότι μετά την αποφοίτησή της από τη Σχολή, επί δεκαπέντε και πλέον χρόνια, η Πέπη Σβορώνου-Κοκκινίδου απασχολήθηκε σχεδόν αποκλειστικά στον τομέα της εφαρμοσμένης τέχνης και, συγκεκριμένα, με τη σχεδίαση και τη βιοτεχνική παραγωγή φορεμάτων από τυπωτά ή ζωγραφικά υφάσματα. Κι ακόμη λιγότεροι γνωρίζουν πως η δουλειά της αυτή, εξαιρετικά πρωτότυπη αλλά δυστυχώς άγνωστη στην Ελλάδα, της εξασφάλισε μια διεθνή αναγνώριση, αφού οι δημιουργίες της εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα σε διάφορες εκθέσεις και προωθήθηκαν από μεγάλους οίκους μόδας σε πολλές πόλεις της Δ. Ευρώπης και των Η.Π.Α.

Η Σβορώνου-Κοκκινίδου δεν έχασε όμως ποτέ το μεράκι της για τη ζωγραφική. Πολύ πριν αποφασίσει να εγκαταλείψει την καριέρα της ως σχεδιάστριας μόδας, είχε ζωγραφίσει μια σειρά μικρών πινάκων με τοπία, σχεδόν αφηρημένα, όπου η έμφυτη χρωματική ευαισθησία της και η ασκημένη από τη σχεδίαση υφασμάτων ρυθμική αγωγή δημιουργούσαν ιδιαίτερα θελκτικές εικόνες. Κι όταν το 1978 σταμάτησε οριστικά να εργάζεται στον τομέα της μόδας για ν’ αφοσιωθεί στη ζωγραφική, είχε ήδη αρχίσει να φτιάχνει κάποια κολάζ που παρουσίαζαν ξεχωριστό ενδιαφέρον. Χρησιμοποιούσε τότε το ύφασμα, πρώτη ύλη της προγενέστερης δραστηριότητάς της, μεταπλασμένο σε φόντο πάνω στο οποίο, με αξιοθαύμαστη τόλμη αλλά και σιγουριά, εναπέθετε χρωματικές κηλίδες, διάφορα άλλα υλικά και ζωγραφικές εικόνες. Από τη σειρά των έργων αυτών, που θ’ άξιζε να εκτεθεί στο σύνολό της, ο επισκέπτης της έκθεσης μπορεί να δει τρία χαρακτηριστικά έργα. Αλλά η Σβορώνου-Κοκκινίδου δίσταζε ακόμη να εκθέσει. Πίστευε πως το design και η ζωγραφική, όσο κι αν συγγενεύουν, αντιπροσωπεύουν δυο κόσμους διαφορετικούς, ενδεχομένως αντίπαλους, και θέλησε να προχωρήσει περισσότερο στην κατάκτηση του δεύτερου αποδεσμευόμενη από τις αναμνήσεις του πρώτου, με τις οποίες ήταν ώς ένα βαθμό φορτισμένες οι ώς τότε εικαστικές δοκιμές της. Τα λάδια που εκθέτει τώρα είναι καρποί αυτής της προσπάθειας. Αν αναφέρθηκα στην προσωπική περιπέτεια της Σβορώνου-Κοκκινίδου είναι γιατί πιστεύω πως εξηγεί αυτό τον παράδοξο συνδυασμό ωριμότητας και φρεσκάδας που χαρακτηρίζει την τελευταία εικαστική δουλειά της. Γιατί ασφαλώς η Σβορώνου-Κοκκινίδου δεν είναι μια πρωτόβγαλτη ζωγράφος που αντιπαλεύει ακόμη ανάμεσα στα κατάλοιπα της σχολικής παιδείας και τις λογής επιρροές από τους τελευταίους συρμούς, αλλά μια δημιουργός που είχε όλο τον καιρό να αφομοιώσει εμπειρίες και να κατακτήσει έναν πιο δικό της τρόπο έκφρασης. Από το άλλο μέρος, απαλλαγμένη καθώς ήταν από το φορτίο μιας ατομικής ιστορίας, μην έχοντας δηλαδή να υπερασπιστεί μια ήδη διαμορφωμένη δημόσια φυσιογνωμία όπως οι περισσότεροι καταξιωμένοι καλλιτέχνες της γενιάς της, μπορούσε ν’αφεθεί ελεύθερη να οδηγηθεί από τις βαθύτερες ιδιοσυγκρασιακές ροπές της. Ξεπερνώντας οριστικά τη διακοσμητικότητα και την πειθαρχία στη λειτουργικότητα που ήταν συνυφασμένες με την εργασία της ως σχεδιάστριας, κατόρθωσε να ξαναπιάσει το νήμα της καθαρής ζωγραφικής από κει που το είχε αφήσει κάποτε στην ΑΣΚΤ, με τις σπουδές της που διακρίνονταν πάντα για την τολμηρή, ανυπόταχτη στο σχέδιο, χρήση του χρώματος. Έτσι και τώρα, στα έργα που εκθέτει, οι φιγούρες ανθρώπων και ζώων –θέματα ενδεικτικά της αγάπης της για το ζωντανό φυσικό περιβάλλον– αναδύονται οργανικά μέσα από τον ελεύθερο χειρισμό της χρωματικής ύλης, στον οποίο διαφαίνεται ίσως ένας κάποιος πρωτογονισμός. Πρόκειται όμως για ένα πρωτογονισμό που δεν μπορεί να αναχθεί ούτε στην έλλειψη εικαστικής παιδείας, ούτε και στη μίμηση τάσεων του συρμού. Η όποια συγγένεια π.χ. με τη λεγόμενη «άγρια» ζωγραφική δεν μπορεί να είναι συμπτωματική, αφού η Σβορώνου-Κοκκινίδου ζωγράφιζε έτσι πολύ πριν το ιδίωμα τούτο γίνει ευρύτερα γνωστό. Εξάλλου, θα ήταν μάταιο, πιστεύω, να αναζητήσει κανείς στα έργα της συγκεκριμένες επιρροές. Η Σβορώνου-Κοκκινίδου δεν ξεκινάει ούτε από κάποιο έτοιμο θεωρητικό ή προγραμματικό σχήμα ούτε από τον αποκλειστικό θαυμασμό για έναν ορισμένο ζωγράφο ή μια ορισμένη σχολή. Βέβαια, από την παιδεία της και τα ταξίδια της, έχει σχηματίσει αναμφισβήτητα ένα πλούσιο φανταστικό μουσείο. Αλλά σ’ αυτό, θα έλεγα, συνωθούνται και συμπλέκονται μνήμες πολύτιμες από τις εικαστικές πραγματώσεις διαφόρων εποχών, όχι μόνο της Δύσης αλλά και της Ανατολής, που τη γοήτευσαν, επειδή ακριβώς ανταποκρίνονταν στις δικές της ενδόμυχες κλίσεις. Και οι μνήμες αυτές, ενεργοποιημένες από μεταγενέστερα ερεθίσματα και εμπειρίες, διευρύνουν ασφαλώς της πηγαίες εκφραστικές της ικανότητες και τους επιτρέπουν να εκδηλωθούν με ασφαλέστερο τρόπο. Έτσι, στους πίνακές της, η ποικιλία και η ένταση των χρωματικών αξιών, ο πλούτος της υφής και ο δυναμισμός της γραφής –στοιχεία έκδηλα ακόμη και στα πιο γκρίζα, χαμηλόφωνα έργα της– οδηγούν και υποτάσσονται σε μια συχνά απροσδόκητη, αλλά πάντα εντελή οργάνωση του ζωγραφικού χώρου. Ωστόσο, τα έργα της Σβορώνου-Κοκκινίδου κάθε άλλο παρά αποπνέουν μια δύσκολα κατακτημένη σοφία. Πριν απ’όλα, πιστεύω, αντανακλούν την απόλαυση και τη χαρά που συνοδεύουν την ίδια την τέλεση της ζωγραφικής πράξης.


Aλέξανδρος Ξύδης
«Tο κυνήγημα της σπίθας»
Aπόσπασμα κειμένου δημοσιευμένου στο περιοδικό ANTI στις 24.3.1989

Μία γερή σπίθα γνησιότητας από μια εστία που σιγόκαιγε πολλά χρόνια έλαμψε στη «Μέδουσα» με την έκθεση της Πέπης Σβορώνου-Κοκκινίδη. ... Όταν σταμάτησε την ζωγραφική υφασμάτων (γύρω στο 1978) άρχισε να δοκιμάζει τις δυνατότητές της σε κατασκευές (η ίδια τα λέει κολάζ) που έδειχναν μια ρωμαλέα μορφοπλαστική προσέγγιση, και το ξεπέρασμα δόμησης που δεν ήταν εγκεφαλικά υπολογισμένη, αλλά απέρρεε από την εσωτερική ανάγκη της να ξεφύγει από την επίπεδη και «ανέκφραστη» δουλειά των υφασμάτων, τελικά τη βοήθησε και να προχωρήσει σε τρόπους που θα της πρόσφεραν εκφραστική πλήρωση. Πιεζόμενη από την ήρεμη ματιά της ζωγραφικής επενδύει τις κατασκευές της με τέτοια παθιασμένη ένταση που αγγίζει το δραματικό.

Έτσι, εντελώς αθόρυβα και σχεδόν μυστικά ασκούσε το πάθος της η Σβορώνο-Κοκκινίδη. Άρθρωνε μέσα από τη συμβατική ζωγραφική «του τελάρου» το προσωπικό της εκφραστικό ιδίωμα με τόση πληρότητα και πειστικότητα ώστε να παίρνει θέση σήμερα, με την πρώτη της εμφάνιση, ανάμεσα στους σπάνιους Έλληνες εξπρεσιονιστές ζωγράφους, νεότερη στην τέχνη, και γνησιότερη στην έκφραση από πολλούς νέους απλώς στα χρόνια οπαδούς της «άγριας», της «κακής», της νέο-εξπρεσιονιστικής ζωγραφικής, και η σπίθα της ανάβει μια λάμψη διαρκείας.


Eιρήνη Φλώρου
«Tο χερουβείμ και η άρπυια... »
Κείμενο από τον κατάλογο έκθεσης της Πέπης Σβορώνου, Αίθουσα Τέχνης «Μέδουσα» 1993

Οι εικόνες που εκθέτει η Πέπη Σβορώνου-Κοκκινίδου, στη δεύτερη ατομική της έκθεση, είναι εικόνες άγριες, ερωτικές κι απειλητικές. Εικόνες μάχης με δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ του καλού και του κακού, του ανθρώπου και του κτήνους, του θύματος και του θύτη. Εικόνες όπου το γειτόνεμα του εναγκαλισμού με την απειλή, και της ισότιμης συνύπαρξης με τη δυναστευτική εξουσία, καθώς και η εναλλακτική κυριαρχία του καλού πάνω στο κακό (το χερουβείμ στο κεφάλι του αλόγου που καλπάζει) και το αντίστροφο (ή Άρπυια γαντζωμένη στο ζώο), δημιουργούν μια «μυθολογική» υπαρξιακή διάσταση που εξυπηρετείται άμεσα και σοφά από την εικαστική γλώσσα των έργων, δημιουργώντας έτσι μια αδιάσπαστη ενότητα μορφής και περιεχομένου.

Οι πίνακες της Πέπης Σβορώνου-Κοκκινίδου που έχουμε μπροστά μας εικονογραφούν έναν κόσμο πυκνό, δυναμικό κι ασφυκτικά κλειστό, κτισμένο λες από έντονα κορεσμένα χρώματα, που επιτίθενται στην επιφάνεια με τη βαριά τους υλικότητα και τη συνδυαστική τους δύναμη.

Επιφάνειες πυκνές και πολύχρωμες ισορροπούν με άλλες μονόχρωμες, ενεργοποιημένες και μεγάλης έντασης, δημιουργώντας μαγνητικά πεδία, όπου συναντώνται θετικά και αρνητικά φορτισμένες δυνάμεις. Γιγάντια, απροσδιόριστα ζώα διαλέγονται με όντα μικροσκοπικά, που ισορροπούν τη σύνθεση και σηματοδοτούν το χώρο.

Η εξπρεσιονιστική γραφή με αναφορές στην C.O.B.R.A., τις εκφραστικές παραμορφώσεις του Picasso και την οδύνη των μορφών του Munch είναι ωστόσο μια γραφή έντονα οργανική που βγαίνει από τα βάθη της ύπαρξης της ζωγράφου και διαμορφώνεται σε χρωματικά «σήματα», που αναφέρονται σε πρωταρχικές έννοιες (καλό-κακό,αγάπη-μίσος) που πηγάζουν από τη χειρονομιακή αμεσότητα και τον «πρωτόγονο» αυθορμητισμό ενός παιδιού. Ο δρόμος προς τη «γέννηση» του έργου είναι κι αυτός οργανικός, εφόσον διαμορφώνεται σταδιακά, καθώς προχωρά το σμίξιμο των χρωμάτων που γεννούν τους συνειρμούς και τελικά τη διήγηση.

Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι μια μαγική εικόνα που άλλοτε διαβάζεται σαν ένα παλλόμενο, αφηρημένο τοπίο –η πλαγιά ίσως του βουνού κι ο λαξεμένος βράχος των λατομείων της Μήλου– κι άλλοτε σαν ερωτικός, θανάσιμος εναγκαλισμός, το «γλυκύτατόν μου έαρ» του θρήνου της Παναγίας.


Nτόρα Hλιοπούλου-Pογκάν
Κείμενο από τον κατάλογο έκθεσης της Πέπης Σβορώνου, Αίθουσα Τέχνης «Nέες Mορφές» 1973

Ακάθεκτη, δημιουργικά παρορμητική, αντιδραστική σε κάθε «ξένο» ως προς το σώμα», το «πνεύμα» και πάνω απ’όλα το «στοιχειό» της ζωγραφικής, η εικαστική γραφή της Πέπης Σβορώνου «υπάρχει» στο ίδιο μήκος κύματος με εκείνο που εκπέμπεται από τα έργα της κοσμογονίας. Συλλήβδην μας απορροφά η ζωγραφική της, όχι μόνο οπτικά αλλά και ψυχικά, για να μας μεταφέρει στην τροχιά του σύμπαντος, με αποκλειστικό γνώμονα: την αυθεντική και πολλαπλά βιωμένη ενέργεια που εκφράζεται με διάμεσον την όντως εμπνευσμένη γραφή της δημιουργού.

Η «όποια» μορφή στο έργο της ζωγράφου, καθώς προβάλλει ισοδύναμη με το όποιο χαρισματικά ενεργοποιημένο χρωματικό πεδίο, ενσαρκώνει μια πολυσήμαντη νύξη της ίδιας της κοσμογονίας. Με αυτό το πρίσμα βιωμένες, οι δημιουργίες της καλλιτέχνιδας αποκαλύπτονται θεμελιακές αναφορές στο σύμπαν. Αναφορές μεταφυσικές που υπογραμμίζουν αυτοδύναμα το τετριμμένο όσων αποπειραθούν να αντιτάξουν το παράστημά τους σε αυτές προσδοκώντας άδοξα να ορίσουν έναν αντίλογο.

Αιχμαλωτίζοντας με ένα πρωτόγνωρο και γι’ αυτό μοναδικό τρόπο κάτι το ουσιαστικό από την κοσμογονική ενέργεια που μας περιβάλλει και μας «γεννά», η ζωγράφος μετουσιώνει μεσ’ από μιαν ενστιχτώδη, διαρκώς εναλλάξιμη ανάπλαση/μετουσίωση, αναφανδόν και αυτούσια, τον παλμό/ρυθμό της δημιουργίας αυτής καθεαυτής.

Απαλλαγμένη η κατεξοχήν έντονη προσωπικότητα της Σβορώνου κατά συνέπεια και η ζωγραφική της από κάθε περίτεχνη, βεβιασμένη, προκατασκευασμένη προσέγγιση, μας μεταγγίζει μεσ’ από όλα δίχως εξαίρεση τα έργα της –σε όποια περίοδο της σταδιοδρομίας της κι αν ανήκουν– κάτι το αυτούσιο από τη σάρκα/αίμα και το πνεύμα/δράση της ζωγραφικής στην πιο αυθεντική και αλώβητη μορφή της. Κοντολογίς, σε αυτή καθεαυτήν την ιδιοσυστασία της.

Ο χώρος/ατμόσφαιρα που ορίζουν μέσα τους κι ολόγυρά τους τα έργα της Σβορώνου συναρπάζοντας ακόμη και τον λιγότερο ευαισθητοποιημένο θεατή, πέρα από το ότι εξοστρακίζουν κάθε παρατήρηση, επεξήγηση, ναρκισσευόμενη ερμηνεία και κριτική, συστήνουν και κινητοποιούν με μιαν άμετρη ακτινοβολία ένα «παρθένο» πεδίο ζωγραφικής, πεδίο αμετάκλητο, πρωτοσύσταστο, χαρισματικό στο έπακρον, ενσαρκωμένο μεσ’ από το εδώ ταυτόσημο του χρώματος και της ψυχικά φορτισμένης χειρονομίας που το προωθεί και το εγκαθιστά συνεχώς στις επάλξεις.

Ενεργοποιημένος μεσ’ από την ίδια τη σύσταση της ζωγραφικής, ο ζωτικός παλμός που διαπερνά μέχρι τα μύχια τις δημιουργίες της καλλιτέχνιδας τις μετουσιώνει ομοιοπαθητικά σε μιαν αστείρευτη σε ποίηση και σε έκφραση υποβλητική γραφή. Γραφή που καταργώντας κάθε στεγανό, ένταξη, σύγκριση, αναφορά, αποτελεί και επιβάλλει μια «κατάσταση» στο χώρο της ζωγραφικής γενικότερα. Κατάσταση που εκφράζει μια καλλιτέχνιδα η οποία, πρωτοβάθμια κι ενστιχτωδώς, δεν προκαλεί μονάχα τη ζωγραφική αλλά αυτήν καθεαυτήν την έννοια της δημιουργίας: μεταλλάσσοντας καθετί το απτό σε άφαντο κι αντίστροφα, σύμφωνα με τις απόκρυφες διαδικασίες μιας αέναης χρυσής τομής. Εκείνης που ταυτίζει την ποιητική ευαισθησία και έκφραση με τους θεμελιακούς νόμους της δημιουργίας.

Δημιουργώντας αρχικά τα «ποιητικά» σε υφή και αίσθηση κολλάζ, τις εμπνευσμένες σε χρώμα και παλμό χρωματικές συνθέσεις και, πρόσφατα, τις εξαίσιες κατασκευές της – ένα διαπασών στη μέχρι τώρα πορεία της, αλλά και γενικότερα στο χώρο της τέχνης – η Σβορώνου γοητεύει και προκαλεί με την πειθώ, τη στιβαρότητα, την ορμή και συνάμα τη δοκιμασμένη ευαισθησία μιας μεγάλης καλλιτέχνιδας.

Κατοικούν το χώρο ολόγυρά τους τα έργα της, υποβάλλοντας πρωτόγνωρα την έννοια του ιερού και κατ’επέκτασιν του μεταφυσικού μεσ’ από την μαγνητική έλξη που εκπέμπουν κι ακτινοβολούν ολόγυρά τους, πομποί και δέκτες της άφαντης αλλά πολλαπλά διαπιστωμένης ενέργειας του σύμπαντος. Ενέργειας που ενορχηστρωμένη μεσ’ από τα έργα της ζωγράφου στο ακέραιο, εκφράζει το απόσταγμα μιας αισθησιακά και συνάμα πνευματικά/μεταφυσικά βιωμένης ζωγραφικής.

Κοντολογίς, συμπεραίνουμε ανεπιφύλακτα ότι, ενσαρκωμένα μεσ’ από την «ιδέα» και το «πλάσμα» της ζωγραφικής, τα έργα της Σβορώνου αποτελούν πέρα ακόμη κι από τη φωτεινή επαλήθευση του Πλατωνικού ορισμού της αυθεντικής τέχνης: Τους υπέρτατους ευαισθητοποιημένους δέκτες και συνάμα πομπούς του αέναου ρυθμού/παλμού της κοσμογονίας. Γνώρισμα που καθιστώντας τα αδιαπέραστα στις σειρήνες του όποιου συρμού, κατοχυρώνει, στις μέρες μας της αδίσταχτης αντιγραφής, τη μοναδικότητά τους. Κι αυτό διεθνώς.


Eυγενία Aλεξάκη
«Λεξικό Eλλήνων Kαλλιτεχνών»
Mέλισσα, Aθήνα 2000

Σβορώνου-Kοκκινίδου Πέπη (Kαλλιόπη). Σύζυγος του επίσης ζωγράφου Δ. Κοκκινίδη. Σπούδασε ζωγραφική στην ΑΣΚΤ (1956-1961) με δάσκαλους τους Σ. Παπαλουκά και Γ. Μόραλη. Στη συνέχεια, ειδικεύτηκε στην Ιταλία στο σχεδιασμό υφασμάτων, και τα επόμενα χρόνια (1964-1974) εργάστηκε με επιτυχία ως σχεδιάστρια υφασμάτων. Συνεργάστηκε επίσης με άλλους καλλιτέχνες στην αποτύπωση αντιγράφων βυζαντινών εικόνων και έργων του Θεόφιλου. Το 1975 εγκατέλειψε κάθε άλλη δραστηριότητα και αφοσιώθηκε στη ζωγραφική.

Αρχικά δούλεψε μια σειρά έργων με την τεχνική του κολλάζ. Σε αυτά, το ύφασμα, πρώτη ύλη της προηγούμενης δραστηριότητάς της, γίνεται υλικό της ζωγραφικής δημιουργίας, επικολλάται στον καμβά, αναπτύσσονται πάνω του ζωγραφικές εικόνες ή ελεύθερες χρωματικές δράσεις και προστίθενται άλλα υλικά, όπως χαρτί και ξύλο. Στη συνέχεια προχώρησε σε έργα δουλεμένα με λάδι.

Στη ζωγραφική της κυριαρχούν μορφές ανθρώπων και ζώων, οι οποίες αναπτύσσονται σε χώρους μυθικούς, ονειρικούς, με μεταφυσικές, συχνά, αναφορές. Άλλοτε πάλι κινείται στο πλαίσιο του αφηρημένου εξπρεσιονισμού. Το χρώμα είναι τολμηρό, δεν υποτάσσεται στο σχέδιο, ενοποιεί τις μορφές, δουλεύεται σε παχιά στρώματα (impasto), έτσι ώστε συχνά να μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη χειρονομιακή δράση της πάνω στον καμβά, την κίνηση και την ένταση. Το χρώμα είναι εκφραστής ψυχικών καταστάσεων, αλλά αντιμετωπίζεται και ως αυτόνομο στοιχείο, που δεν υπακούει αποκλειστικά στις θεματικές ανάγκες του έργου. Τα ζωηρά, έντονα χρώματα και ο χειρισμός τους, καθώς και οι εξπρεσιονιστικά παραμορφωμένες φιγούρες με το ψυχογραφικό ενδιαφέρον, φανερώνουν επιδράσεις από τον εξπρεσιονισμό, τόσο στην προπολεμική όσο και στη μεταπολεμική εκδοχή του, τον Ε. Munch και τον P. Picasso, αλλά και από τη λαϊκή διακοσμητική τέχνη του τόπου μας και την τέχνη της Ανατολής.

Έχει παρουσιάσει το έργο σε ατομικές («Μέδουσα», 1989, 1993. «Νέες Μορφές», 1997) και έχει πάρει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις (Pierce College, 1975 – Xρώμα-Εξπρεσιονισμός, Δήμος Καλαμάτας, 1989. Μεταμορφώσεις του Μοντέρνου, ΕΠΜΑΣ, 1992. «Πολύεδρο», Πάτρα, 1993. «Άστρα», 1995. Γήινα και μεταφυσικά, «Αδάμ», Νάουσα, Πάρος, 1997). Έργα της βρίσκονται στην ΕΠΜΑΣ, στο ΜΜΣΤ, Θεσσαλονίκη κ.ά. Είναι μέλος του ΕΕΤΕ.


Artist's Home   Artist Hosted   Kara Art Home
F F F F F F F F F F F F F F F F F F F F F F F F F