| ΠΕΠΗ ΣΒΟΡΩΝΟΥ |
H ιστορία των ζωγραφιστών φορεμάτων 1961-1979 της Πέπης Σβορώνου |
|
Το 1959, ο άνδρας μου Δημοσθένης Kοκκινίδης κι εγώ μετέχουμε ως ιδρυτικά μέλη στον πρωτοϊδρυθέντα Οργανισμό Ελληνικής Χειροτεχνίας, με σκοπό να μελετήσουμε τις δυνατότητες ανάπτυξης της μορφολογίας και της προώθησης ελληνικών χειροτεχνικών προϊόντων. Για έξι μήνες, μας στέλνουν με υποτροφία στη Φλωρεντία, όπου γνωρίζουμε διάσημους σχεδιαστές, επισκεπτόμαστε εργαστήρια κεραμικής, βιοτεχνίες σύγχρονου επίπλου, υαλουργίας, υφαντουργίας, δερμάτινων ειδών, μόδας κ.λπ.
Μας κάνει εντύπωση πως οι σχεδιαστές όλων αυτών των ειδών παίζουν σημαντικότατο ρόλο και είναι οι πιο πολλοί αρχιτέκτονες ή σχεδιαστές ειδικευμένοι.
Όταν επιστρέφουμε στην Ελλάδα εργαζόμαστε για δύο χρόνια σε συνεργασία με ξένους συμβούλους και σχεδιαστές. Η δουλειά στην αρχή ήταν δημιουργική. Για ένα διάστημα σχεδίαζα για υφαντά με έμπνευση την ελληνική παράδοση, προσαρμοσμένα στη μόδα της εποχής. Όταν όμως διαπιστώνουμε ότι ο ΕΟΜMΕΧ εξελίσσεται σιγά σιγά σε γραφειοκρατικό οργανισμό και η δουλειά χάνει σταδιακά το δημιουργικό της ενδιαφέρον αποφασίζουμε να παραιτηθούμε. Τότε ξεκινάμε μια δική μας δουλειά. Η ιδέα ήταν να ζωγραφίζουμε υφάσματα για φορέματα με βιομηχανικά χρώματα, που το καθένα θα είναι μοναδικό και υπογεγραμμένο. Μετά από προσπάθειες, πετύχαμε να δημιουργήσουμε ένα πρωτότυπο καλλιτεχνικό είδος, στο οποίο μεταφέραμε όλο μας το κέφι, με καθαρά έντονα ζωγραφιστά χρώματα και που είχε επιτυχία στην Ελλάδα, την Ευρώπη και κυρίως την Αμερική. Η τεχνική των ζωγραφιστών φορεμάτων έχει ως εξής: Τα κομμάτια του υφάσματος για κάθε φόρεμα έρχονταν στο ατελιέ και τα τελαρώναμε σε ειδικά τελάρα. Έτσι ξέραμε πού είναι το στήθος, ο λαιμός, η περιφέρεια κ.λπ. Με φαρδιά πινέλα ζωγραφικής, ζωγραφίζαμε το φόντο και μετά επανερχόμαστε με αλλεπάλληλες επικαλυπτικές πινελιές διαφόρων χρωμάτων ή σχεδιάζαμε χαράζοντας το παχύρρευστο χρώμα. Πολλές φορές, αφού βάφαμε όλο το ύφασμα, σχεδιάζαμε με ένα αυτοσχέδιο «tube» που περιείχε ποσότητα χρώματος. Άλλοτε πάλι, ξεκινούσαμε με ανοικτά χρώματα και, με πινελιές όσο πάει σκουρότερες, δημιουργούσαμε χρωματικές διακυμάνσεις. Οι πινελιές δίνανε μια πλούσια, ζωντανή ζωγραφική εντύπωση, που δεν την δίνουν τα τυπωτά. Αυτά τα πρώτα φορέματα ήταν στο πνεύμα της αφηρημένης ζωγραφικής της δεκαετίας του 1960 (ένα είδος «action painting»). Επιδιώξαμε η τεχνική μας να είναι όσο το δυνατόν πιο τέλεια. Γι’ αυτό φιξάραμε τα χρώματα ώστε να είναι ανεξίτηλα, και φουρνίζαμε τα μεν βαμβακερά σε ηλεκτρικό φούρνο, τα μεταξωτά και τα μάλλινα σε φούρνο ατμού. Μετά, μπαίνανε να μαλακώσουν στο πλυντήριο. Τέλος σιδερώνονταν και τα έπαιρναν οι ράφτρες για ράψιμο. Θυμάμαι ότι την πρώτη φορά που εκθέσαμε τα ζωγραφιστά φορέματα, το 1961 στο ατελιέ μας, στο ισόγειο ενός νεοκλασικού κτιρίου στην οδό Βουλής στην Πλάκα, τα είχαμε καρφιτσώσει σε τελάρα στους τοίχους σαν πίνακες ζωγραφικής. Οι καλεσμένοι μας ήταν φιλότεχνοι, δημοσιογράφοι, ζωγράφοι. Περιοδικά όπως O Ταχυδρόμος, οι Εικόνες, η Γυναίκα, έβαλαν εξώφυλλα και έγραψαν εγκωμιαστικά σχόλια. Τα φορέματα, εκτός από το ατελιέ, μπορούσες να τα βρεις στην μπουτίκ «Clio» στο Χίλτον, στον «Στρογγυλό» του Συντάγματος και στη «Μαριέλλα Δημαρά» στην οδό Βουκουρεστίου. Ήταν η εποχή που περνούσαν πολλοί ξένοι από την Αθήνα, τα βλέπανε στις βιτρίνες και τους άρεσαν πολύ. Σε αντίθεση με τα τότε γούστα της ελληνικής αγοράς που ήταν συντηρητική, κυρίως στο χρώμα, στους Ευρωπαίους και στους Αμερικανούς άρεσαν πολύ και μας πρότειναν να τα δείξουμε στο εξωτερικό. Έτσι το 1964 αποφασίσαμε για πρώτη φορά να τα παρουσιάσουμε στη Νέα Υόρκη, αφού κλείσαμε πρώτα μερικά ραντεβού με αγοραστές των καταστημάτων. Ξεκινάω μόνη μου με δύο βαλίτσες με δείγματα φορεμάτων και γραβάτες. Πιστεύω με ενθουσιασμό σ’ αυτό που κάνουμε. Δεν αντιγράφουμε κανέναν και κυρίως έχουμε δικό μας ύφος. Το είδος είναι πρωτότυπο και ενθουσιάζει. Παραγγέλνουν τότε οι μπουτίκ των καταστημάτων «Lord & Taylor», «Bonwit Teller», «Sulka» στη Νέα Υόρκη, «Nan Duskin» στη Φιλαδέλφεια, «Neiman Markus» στο Τέξας, «Marshall Field & Co» στο Σικάγο και «Filenes» στη Bοστώνη. Επίσης, το 1966 παίρνουμε μέρος στην Euromode στο Παρίσι, μαζί με τις πιο διάσημες μπουτίκ οίκων μόδας όπως Pierre Cardin κ.ά. Μας δέχονται για την ιδιοτυπία του ζωγραφιστού υφάσματος, παρόλο που το ράψιμο είναι πολύ απλό, έτσι ώστε να αναδεικνύεται η ζωγραφική. Πήραμε μέρος ξανά το 1967 και το 1968. Τότε αγόρασαν φορέματα μπουτίκ από τις πόλεις Γκότεμποργκ, Bασιλεία, Mέμινγκεν, Παρίσι, Λονδίνο. Στη συνέχεια, για να απαλλαγούμε εμείς από τη διάθεση των φορεμάτων στην αγορά, συνεργαστήκαμε από το 1967 και μετά με αντιπροσώπους στην Ευρώπη και την Αμερική. Aντιπρόσωπός μας στην Aμερική ήτανε η Joanne Stage («Danigelis Imports») με την οποία συνεργαστήκαμε για δώδεκα χρόνια και μας βοήθησε πολύ. Yπήρξε πολύ καλή συνεργάτιδα και θαυμάσια φίλη. Πρέπει να πω ότι η συνεργασία μας υπήρξε ιδανική. Άρχισε το 1967 και κράτησε μέχρι το 1978. Με την Joanne συνδεθήκαμε και γίναμε πολύ καλοί φίλοι όλα αυτά τα χρόνια. Η ίδια, έχοντας σπουδάσει ιστορία της τέχνης και σχέδιο, αμέσως κατάλαβε ότι ήταν καλύτερα να διαθέτουμε τα είδη μας σε μπουτίκ που ενδιαφέρονταν για ένα καλλιτεχνικό είδος και να αποφύγουμε τα πολύ μεγάλα μαγαζιά τα οποία παραγγέλνουν πολλά τεμάχια που δεν θα ήμασταν σε θέση να παράγουμε, και διότι αυτό θα κατέστρεφε την ποιότητα και το ύφος της δουλειάς. Έτσι έδειχνε τη δουλειά μας σε εκθετήριο στη Νέα Υόρκη («488», έβδομη λεωφόρος), ταξιδεύοντας η ίδια, και δείχνοντας δείγματα σε ειδικά καταστήματα. Η δουλειά αυτή μας έδωσε δημιουργική χαρά· ήταν σαν να ζωγραφίζεις το σώμα κάθε γυναίκας ξεχωριστά. Παρ’ όλα αυτά, το 1979 διέκοψα (ο Μίμης έχει ήδη σταματήσει από το 1976). Δεν δεχόμουν πια παραγγελίες και αφοσιώθηκα αποκλειστικά στη ζωγραφική μου, κάτι που κατά βάθος πάντα το είχα σκοπό. |
|
Artist's Home
Artists Hosted
Kara Art Home
|